Είμαστε άνθρωποι ή μηχανές; (μέρος 2ο)

Η αδυναμία της γραμμικής αναλυτικής σκέψης να “διαχειρισθεί» την πολυπλοκότητα των ανθρώπων

Ο Τεϋλορισμός, το Systems Engineering, αλλά και το πρώιμο Systems Thinking αδυνατούν να αποτυπώσουν τον συνδετικό ιστό των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπινων “πόρων” ενός οργανισμού, τους οποίους επιθυμούν (μάταια) να διαχειρισθούν, αδυνατούν να εξηγήσουν αρκετές από τις παραδοξότητες της κοινωνικής πολυπλοκότητας και να τις εντάξουν στη δική τους “μία και καθολική αλήθεια”. Έτσι, αδυνατούν να αντιληφθούν, να καταγράψουν και κυρίως να προβλέψουν την επίδραση παραγόντων που θεωρούνται αστάθμητοι, αδυνατούν να αποτιμήσουν με τρόπο κοινά αποδεκτό οτιδήποτε είναι άρρητο, υπονοούμενο ή πολύσημο, πλην όμως είναι και υπαρκτό και πανίσχυρο.

Η αδυναμία αυτή είναι εντονότερη σε θέματα αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού, καθώς οι άνθρωποι δεν επιλέγουν πάντοτε με γραμμικά κριτήρια κόστους-οφέλους, αλλά κάτω από την επίδραση βαθύτερων παραγόντων. Κάθε άνθρωπος που έρχεται σε επαφή με το γύρω κόσμο, χρησιμοποιεί ορισμένα φίλτρα με τα οποία προσλαμβάνει την πραγματικότητα και τα οποία σχηματίζουν επαναλαμβανόμενα μοτίβα. Αυτά τα μοτίβα, που επηρεάζουν τις αντιλήψεις μας και κυριαρχούν στις αποφάσεις μας, έχουν διαμορφωθεί με την προσωπική και συλλογική εμπειρία ζωής και εργασίας και σχετίζονται έντονα με τα συστήματα αξιών, τα οποία ενυπάρχουν τόσο σε μας, όσο και στο οικογενειακό και εργασιακό περιβάλλον μας. Αποτελούν κατά κάποιο τρόπο τους κώδικες με τους οποίους ‘μεταφράζεται’ η πραγματικότητα από τον κάθε άνθρωπο. Κάθε καινούργιο ερέθισμα (γνώση, γεγονός ή στοιχείο) που “κάνει νόημα” (makes sense) για μας, είναι γιατί το συσχετίζουμε με κάποιο δικό μας μοτίβο. Αν όμως δεν μπορούμε να το εντάξουμε σε κανένα γνωστό μας μοτίβο, τότε δεν το κατανοούμε και έτσι το διερευνούμε, το ενσωματώνουμε ή το προσπερνάμε, ενώ αρκετές φορές αντιδρούμε σ’ αυτό.

Η ύπαρξη και δράση των μοτίβων, που συχνά με τον καιρό εξελίσσονται σε στερεότυπα και προκαταλήψεις, επηρεάζει σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο κατηγοριοποιούμε και χαρακτηρίζουμε καταστάσεις, αξιολογούμε συμβάντα, αποτιμάμε βαρύτητες κριτηρίων ή δεικτών που χρησιμοποιούμε και τελικά καταλήγουμε σε αποφάσεις – αν και τις περισσότερες φορές αυτό δεν μας είναι φανερό. Έτσι υπάρχουν διαφορετικοί τρόποι που οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται και ερμηνεύουν την πραγματικότητα, αναπτύσσουν νοοτροπίες, υιοθετούν συμπεριφορές και αντιδρούν ή προσαρμόζονται σε αλλαγές, που νοιώθουν ότι βελτιώνουν ή απειλούν την σταθερή τους ταυτότητα.

Αλλά η γραμμική σκέψη χρησιμοποιεί και μερικές ακόμα λανθασμένες υποθέσεις – πεποιθήσεις, όπως πχ τις εξής:

– “Ένα επιτυχημένο μοντέλο συμπεριφοράς μπορεί να γίνει εύκολα κατανοητό και έτσι να χρησιμοποιηθεί συστηματικά και σε άλλες περιπτώσεις”. Όμως, εν αντιθέσει με τις εντολές παραγωγής, διακίνησης, διαχείρισης κλπ (όπου οι εκ των προτέρων γνωστές αλληλεξαρτήσεις είναι δυνατόν να προγραμματισθούν), οι ανθρώπινες σχέσεις και συμπεριφορές γίνονται κατανοητές (ως προς τις αιτίες και τα αποτελέσματά τους) μόνο εκ των υστέρων.

– “Το κυνήγι της μέγιστοποίησης της απόδοσης και της ικανότητας οδηγεί πάντα στην αποτελεσματικότητα και την επίτευξη του σκοπού”. Αυτή η υπόθεση, αν και σωστή για μηχανικά συστήματα ή για αυστηρά δομημένες και επαναλαμβανόμενες ανθρώπινες διαδικασίες, εγκυμονεί σοβαρό κίνδυνο: ο στόχος της εξαφάνισης των ατελειών απαλλάσσει τον οργανισμό από την εγρήγορση και την άσκηση στην αντιμετώπιση προβλημάτων και μειώνει ή εξαφανίζει την ικανότητα προσαρμογής του στο άγνωστο, καθιστώντας τον έτσι τρωτό σε μια καινούργια απειλή.

– “Δεν μπορείς να διοικήσεις ό,τι δεν μπορείς να μετρήσεις”. Το δόγμα αυτό, που προέρχεται από την προαναφερθείσα αποσπασματική αντίληψη, επιμένει να βλέπει έναν “κόσμο πραγμάτων” παρά ένα “κόσμο σχέσεων”, που αν και πιο ουσιαστικές και κρίσιμες από τα πράγματα, παραμένουν δύσκολα μετρήσιμες και διαχειρίσιμες.

– “Η αναγκαιότητα του ελέγχου”. Παρότι η φυσική αντίδραση κάποιου-ας που νοιώθει να χάνει τον έλεγχο μιας κατάστασης είναι να επιδιώξει να τον επανακτήσει και να γίνει περισσότερο άκαμπτος-η, αυτό δεν φαίνεται να λειτουργεί σε θέματα σαν την γνώση και την συνέργεια, που έχουν σαφώς εθελοντική βάση.

 

Φαίνεται λοιπόν ότι το systems engineering δεν μπόρεσε να εκπληρώσει την υπόσχεσή του για έναν “καλά οργανωμένο και εύτακτο κόσμο”, καθώς δεν μπόρεσε να εκτιμήσει και να προβλέψει με αντικειμενικότητα, ακρίβεια και (προπαντός) κοινή αποδοχή την επίδραση κάποιων αστάθμητων παραγόντων, που αποδεικνύεται ότι έχουν ουσιώδη σημασία για τους οργανισμούς και τους ανθρώπους τους. Έτσι ένα νέο, μη-γραμμικό Παράδειγμα έχει αρχίσει να διαμορφώνεται τα τελευταία είκοσι χρόνια, αντλώντας έμπνευση, θεωρίες και εργαλεία από διαφορετικούς επιστημονικούς χώρους, όπως αυτοί της πολυπλοκότητας και του χάους, της γνωσιακής επιστήμης, της ψυχολογίας του βάθους, της κβαντικής φυσικής, της βιολογίας, αλλά και της αρχαίας φιλοσοφίας.

 


Have your say